(Δεκέμβρης 2007, της Στυλιάνας Χριστοδούλου)
Εδώ και δυο χρόνια η κυβέρνηση της Ουγγαρίας κήρυξε μέσω του δημόσιου κατήγορου, παράνομη την ηγεσία του Κουμμουνιστικού Εργατικού Κόμματος επειδή χαρακτήρισε μια δικαστική απόφαση ως πολιτική πράξη. Ανάμεσα στην ηγεσία του Ουγγρικού Εργατικού Κόμματος είναι και μέλη του Αριστερού Μετώπου, οργάνωση η οποία είναι μέλος της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Δημοκρατικών Νεολαιών. Αφορμή γι’ αυτήν την επίθεση ήταν το γεγονός ότι το κόμμα διαμαρτυρήθηκε δημόσια για την αυθαίρετη δικαστική απόφαση του 2005 που ακύρωνε αποφάσεις του 21ου Συνεδρίου του και αφορούσαν την άρνηση του να υποταχθεί στις επιλογές του κυβερνώντος σοσιαλδημοκρατικού κόμματος.
Μετά την άρνηση της ηγεσίας του κόμματος να ανακαλέσει, όπως της ζητήθηκε, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου απήγγειλε κατηγορίες στον Πρόεδρο του κόμματος και σε έξι μέλη του Προεδρείου για «λίβελο που έγινε δημόσια». Η απόφαση αυτή παραβιάζει κατάφωρα το Σύνταγμα της χώρας όσον αφορά στην ελευθερία της έκφρασης, στα πολιτικά και δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες. Συντελείται καθαρά μια προσπάθεια να εξοντωθεί μια πολιτική δύναμη στην Ουγγαρία, με στόχο τη μείωση και την τελική διάλυσή της. Η υπόθεση κρίνεται σοβαρή αφού σε περίπτωση που η οργάνωση κριθεί ένοχη, τα στελέχη της ενδέχεται να φυλακιστούν μέχρι και δυο χρόνια. Κρίνεται όμως σοβαρή και γιατί στρέφεται κατά της δημοκρατίας, της ελεύθερης έκφρασης, κατά των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των πολιτικών ελευθεριών.
Αυτή η προσπάθεια εντάσσεται στη πολιτική των σοσιαλδημοκρατών και συντηρητικών δυνάμεων της Ουγγαρίας και τη γενικότερη κατεύθυνση της ΕΕ για την απαγόρευση μιας ιδεολογίας και ενός κινήματος που προσέφεραν τα μέγιστα στον αγώνα κατά του φασισμού και της κοινωνικής αδικίας. Οι απειλές αυτές εντάσσονται στους ευρύτερους σχεδιασμούς του ιμπεριαλισμού για εντατικοποίηση της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας, διαστρέβλωση της ιστορίας, απαγορεύσεις και επιθετικό αντικομμουνισμό. Οι ενέργειες αυτές παραπέμπουν σε σκοτεινές εποχές της ιστορίας. Εποχές φασισμού, δίωξης των κομμουνιστών και δημοκρατικών πολιτών και οδήγησαν ολάκερες κοινωνίες στο σκοταδισμό. Στις μέρες μας, σε μια εποχή που όπως διαλαλούν οι απολογητές του καπιταλισμού, θριαμβεύει η ελευθερία και η δημοκρατία, η νεολαία ιδιαίτερα αντιμετωπίζει μια από τις πιο σοβαρές επιθέσεις σε σχέση με την ελεύθερη πολιτική οργάνωση, την πολιτικοποίηση, την ελευθερία της έκφρασης και την ελευθερία των συγκεντρώσεων και μαζικών διαμαρτυριών.
Παρόμοια φαινόμενα διώξεων των κομμουνιστών, ποινικοποίησης των οργανώσεων και της δράσης τους, απαγόρευσης και φυλάκισης μελών κομμουνιστικών κομμάτων παρατηρούνται και σε άλλες χώρες, κυρίως στην Ανατολική Ευρώπη. Τρανταχτό παράδειγμα αποτελεί και η κήρυξη παράνομης της δράσης του Κομμουνιστικής Ένωσης Νεολαίας της Τσεχίας από τη κυβέρνηση της χώρας το 2006 όταν αντιτάχθηκε στην παραχώρηση στο ΝΑΤΟ στρατιωτικής βάσης στο έδαφος της Τσεχίας. Είχε μάλιστα προηγηθεί το διαβόητο αντικομμουνιστικό μνημόνιο στο Συμβούλιο της Ευρώπης που ήθελε να καταδικαστεί η κομμουνιστική ιδεολογία και να αναχθεί ο αντικομμουνισμός σε επίσημη πολιτική του κάθε κράτους-μέλους. Την ίδια ώρα σε αρκετές από αυτές τις χώρες, όχι μόνο δεν απαγορεύονται φασιστικές και νεοναζιστικές οργανώσεις, αλλά επιτρέπεται σε αυτές να δρουν ελεύθερα, ενώ υπάρχει μια τάση ηρωοποίησης των δυνάμεων που συμμάχησαν με τους ναζί κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Όλες αυτά στοχεύουν στο κτύπημα των κομμουνιστών, της πιο συνεπούς αντιϊμπεριαλιστικής και αντικαπιταλιστικής δύναμης. Στοχεύουν παράλληλα στον εκφοβισμό κάθε δημοκρατικής και προοδευτικής φωνής που τολμά να θίγει το σύστημα, τις πολιτικές και τους εκπροσώπους τους. Οι επιθέσεις αυτές, δεν πρέπει να εκλαμβάνονται αποκλειστικά ως επιθέσεις ενάντια μόνο σε κομμουνιστικές και αντιιμπεριαλιστικές νεολαιίστικες οργανώσεις, αλλά ενάντια στη νεολαία και τις δημοκρατικές δυνάμεις στο σύνολο τους. Η ιστορία έδειξε οτι οι διώξεις των κομμουνιστών είναι πάντα μόνο η αρχή, αφού γρήγορα επεκτείνονται σε όλους τους δημοκράτες και ανυπότακτους πολίτες.
Στην Ουγγαρία όπου η ανεργία αυξάνεται, καταργούνται θέσεις εργασίας, το χάσμα μεταξύ των πλουσίων και του υπόλοιπου λαού όλο και μεγαλώνει και υπολογίζεται ότι τουλάχιστον 1,8 εκατομμύρια οικογένειες βρίσκονται στο όριο της φτώχειας, η σύγκριση με το επίπεδο ζωής της περιόδου του σοσιαλισμού είναι αναπόφευκτη. Γι’ αυτό οι καπιταλιστές αυτών των χωρών προσπαθούν να σιγήσουν τους κομμουνιστές. Ξέρουν ότι και στην Ουγγαρία, στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο, τα ιδανικά, οι αξίες και ο δρόμος που προτείνουν οι κομμουνιστές εμπνέουν και πάλι τους λαούς και σιγά σιγά κερδίζουν έδαφος. Αυτό φοβούνται. Αυτό τους ενοχλεί.
Με την δίωξη αυτή δικάζονται και όλοι οι κομμουνιστές που αγωνίστηκαν και αγωνίζονται δίνοντας τη ζωή τους για τη δημοκρατία και την οριστική εξάλειψη της ταξικής εκμετάλλευσης. Δικάζονται ακόμα παγκόσμιες μορφές όπως ο Νερούδα, ο Πικάσο, ο Ρίτσος, ο Τσε, ο Μπρεχτ και εκατομμύρια επώνυμοι κι ανώνυμοι αγωνιστές της νέας ζωής. Απέναντι στο νέο κυνήγι μαγισσών που ξεσπά στην Ευρώπη, 52 κομμουνιστικά κι εργατικά κόμματα του κόσμου, ανάμεσα τους και το ΑΚΕΛ, υπέγραψαν διακήρυξη που καταδικάζουν τη δίωξη του Ουγγρικού Κομμουνιστικού Εργατικού Κόμματος και καλούν την κυβέρνηση της χώρας να τερματίσει την ποινική δίωξη. Δημοκρατικές και προοδευτικές νεολαίες σε διάφορες χώρες, οργανώνουν κινητοποιήσεις συμπαράστασης στους Ούγγρους συντρόφους και εκατοντάδες υπογραφές έχουν ήδη μαζευτεί προς καταδίκη της δίωξης τους στη διαδικτυακή διεύθυνση http://1917.solidnet.org
«Όταν ήρθαν για τους κομμουνιστές, δε μίλησα γιατί δεν ήμουν κομμουνιστής.
Όταν ήρθαν για τους Εβραίους,δεν μίλησα γιατί δεν ήμουν Εβραίος.
Όταν ήρθαν για τους συνδικαλιστές, δεν μίλησα γιατί δεν ήμουν συνδικαλιστής.
Όταν ήρθαν για μένα -δεν υπήρχε κανείς να μιλήσει για μένα».
Μπ. Μπρεχτ.









