Οι ευρωεκλογές του περασμένου Ιούνη σημαδεύτηκαν, κατ’ αρχήν, από το μεγάλο ποσοστό αποχής που σημειώθηκε σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Πέρα από αυτό, ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε η ενίσχυση των ακροδεξιών κομμάτων σε πολλές χώρες της ΕΕ. Για παράδειγμα, το Βρετανικό Εθνικό Κόμμα, που δεν δέχεται μέλη μη λευκούς και του οποίου ο αρχηγός εισηγήθηκε να βυθίζονται τα πλοιάρια που μεταφέρουν μετανάστες, πήρε πάνω από 6% και μπήκε για πρώτη φορά στο ευρωκοινοβούλιο. Στην Ολλανδία το ακροδεξιό Κόμμα της Ελευθερίας, συμμετέχοντας για πρώτη φορά σε εκλογές και παίζοντας το χαρτί της ισλαμοφοβίας, αναδείχθηκε δεύτερη δύναμη της χώρας με 17%. Άνοδο σημείωσαν και οι Ούγγροι ακροδεξιοί του Jobbik (14,77%) οι οποίοι διαθέτουν την παραστρατιωτική ομάδα που οργανώνει επιθέσεις ενάντια στους Ρομά (τσιγγάνους). Στη Γαλλία το Εθνικό Μέτωπο του Λεπέν παρέμεινε στο 10%. Στο Βέλγιο εντυπωσιακή άνοδο παρουσίασε στις ευρωεκλογές και στις περιφερειακές εκλογές που διεξήχθησαν ταυτόχρονα, το ακροδεξιό Flemish Bloc, το οποίο, μάλιστα, αναδείχθηκε δεύτερο κόμμα στη γερμανόφωνη περιφέρεια της Φλάνδρης. Οι Αυστριακοί ακροδεξιοί, που αμφισβητούν το Ολοκαύτωμα διπλασίασαν τα ποσοστά τους (13%). Το Κόμμα της Μεγάλης Ρουμανίας, που καταφέρεται ενάντια στην ουγγρική μειονότητα ξεπέρασε το 8%. Άνοδο είχαν και το ΑΤΑΚΑ στη Βουλγαρία, το «Λαϊκό Κόμμα» στη Δανία και το Σλοβακικό Εθνικό Κόμμα.
Στην Ιταλία, η ίδια η κυβέρνηση απαρτίζεται από το κόμμα «Λαός της Ελευθερίας» (το οποίο προέκυψε με τη συνένωση της «Φόρτσα Ιτάλια» του Μπερλουσκόνι και της φασιστικής «Εθνικής Συμμαχίας») μαζί με την ακροδεξιά «Λίγκα του βορρά» η οποία στις ευρωεκλογές ξεπέρασε το 10%. Δεν είναι έτσι ανεξήγητη η απάνθρωπη πολιτική απέναντι στους μετανάστες που εφάρμοσε η ιταλική κυβέρνηση του Μπερλουσκόνι, ο οποίος δε δίστασε να δηλώσει ότι «ο Μουσολίνι ποτέ δε σκότωσε κανέναν. Αντίθετα έστελνε διακοπές τους πολίτες με έξοδα του κράτους». Στις Βαλτικές χώρες, η ακροδεξιά επελαύνει με προμετωπίδα τον αντικομμουνισμό και την υστερία ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, την ώρα που οι οργανώσεις που συνεργάστηκαν με τους ναζί δρουν ανεξέλεγκτα και δικαιώνονται με κυβερνητικές αποφάσεις. Στην Πολωνία, μάλιστα, καταδικάζονται με δύο χρόνια φυλάκιση όσοι «τολμήσουν» να φορούν μπλούζες με σφυροδρέπανα ή τον Τσε Γκεβάρα. Στην Ελλάδα, η άνοδος του ξενοφοβικού και ρατσιστικού ΛΑ.Ο.Σ. πάνω από 7% και η κάθοδος της Χρυσής Αυγής (που ψηφίστηκε από 25 χιλιάδες ‘Ελληνες) προκάλεσαν προβληματισμό. Τέλος, στην πατρίδα μας είχαμε για πρώτη φορά συμμετοχή σε εκλογές ενός «καθαρόαιμου» ακροδεξιού κόμματος, του ΕΛΑΜ (Εθνικό Λαϊκό Μέτωπο), το οποίο υποστηρίχτηκε μόνο από μερικές εκατοντάδες ψηφοφόρους. Αυτό όμως που αξίζει να επισημανθεί είναι το γεγονός ότι η κυπριακή ακροδεξιά, πέραν από την κλασική εθνικιστική ρητορεία ως προς το κυπριακό (μίσος για τους Τ/κ, αντίθεση στην ομοσπονδία) αναπτύσσει και νέα χαρακτηριστικά, βάζοντας στο στόχαστρο τους μετανάστες.
Έχει ιδιαίτερη σημασία να προσεγγιστεί η έξαρση του φαινομένου μέσα από το πρίσμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, που όξυνε τα υφιστάμενα προβλήματα της ανεργίας, των ανισοτήτων και της φτώχειας. Ας σημειωθεί επίσης, ότι ο φασισμός του 20ου αιώνα βρήκε έδαφος να αναπτυχθεί μετά την οικονομική κρίση του 1929, που οδήγησε εκατομμύρια ανθρώπους στην εξαθλίωση και την απόγνωση. Τότε, για όλα τα δεινά «έφταιγαν» οι Εβραίοι, οι κομμουνιστές κλπ. Σήμερα, οι δυνάμεις της ακροδεξιάς προσπαθούν να πείσουν ότι οι μετανάστες «κλέβουν τις δουλειές μας», «ευθύνονται για την εγκληματικότητα», «φέρνουν αρρώστιες» κλπ. Οι δυνάμεις της ακροδεξιάς στηρίζουν φανατικά τα μέτρα στρατιωτικοποίησης, αστυνομοκρατίας και φακελώματος, που λαμβάνονται σε πολλές χώρες, αλλά και από την ΕΕ. Παρουσιάζονται, μάλιστα ως δυνάμεις που αντιμάχονται το σύστημα και υπερασπίζονται τους εργαζομένους, χρησιμοποιώντας «ριζοσπαστικά» συνθήματα, που σε κάποιες περιπτώσεις κερδίζουν έδαφος μέσα σε λαϊκά κι εργατικά στρώματα.
Όμως, η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Η ρατσιστική ακροδεξιά είναι δεκανίκι και μάλιστα από τα καλύτερα, της άρχουσας τάξης κάθε χώρας και του συστήματος εκμετάλλευσης. Πρώτα και κύρια γιατί, όσοι σπέρνουν το μίσος και διαιρούν τους εργαζόμενους με βάση το χρώμα και τη φυλή, υποσκάπτουν την ενότητα των εργαζομένων, που είναι το πιο σημαντικό τους όπλο στη διεκδίκηση καλύτερων όρων δουλειάς και ζωής. Τι καλύτερη υπηρεσία στο σύστημα θα μπορούσαν, άραγε, να προσφέρουν αυτοί που, ενώ παριστάνουν ότι είναι κόντρα στο σύστημα, αποπροσανατολίζουν μερίδα των εργαζομένων από τον πραγματικό τους αντίπαλο που είναι το μεγάλο κεφάλαιο και, σε τελική ανάλυση, το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα. Επιπρόσθετα, η ακροδεξιά είναι ο πιο ακραίος και επιθετικός φορέας του αντικομμουνισμού και είναι ορκισμένος εχθρός των δυνάμεων της προόδου και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Ιστορικά έχει χρησιμοποιηθεί για να κτυπηθεί βίαια το εργατικό κίνημα, αφού η τρομοκρατία είναι συνδεδεμένη με την ίδια την έννοια της ακροδεξιάς. Σχεδόν κάθε χώρα έχει στην ιστορία της μια μαύρη σελίδα -δικτατορίες, πραξικοπήματα, δολοφονίες- που γράφτηκε από αυτές τις δυνάμεις. Τέλος, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις ακόμα και σήμερα που τέτοια κόμματα έσπευσαν να δώσουν χέρι βοηθείας στα συντηρητικά και νεοφιλελεύθερα κόμματα, προκειμένου να σχηματιστούν κυβερνήσεις συνεργασίας.
Παρότι οι δυνάμεις αυτές σημειώνουν σήμερα έξαρση, δεν είναι ανίκητες και δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ούτε με φόβο, αλλά ούτε και με ανοχή. Αντίθετα, η συντριπτική πλειοψηφία των λαών συνειδητοποιεί τι κρύβεται πίσω από το ξενοφοβικό λαϊκισμό και τον απορρίπτει. Ακόμα και σε περιπτώσεις που φαίνεται να κερδίζουν έδαφος τέτοια ιδεολογήματα, το «φιλολαϊκό» προσωπείο δεν αργεί να πέσει και να φανεί το αποκρουστικό πρόσωπο του μίσους. Χρέος μας είναι να απομονώσουμε τις δυνάμεις αυτές, κρατώντας κάθε δημοκρατική συνείδηση σε επαγρύπνηση και μπολιάζοντας τις συνειδήσεις της νεολαίας με τις ιδέες της ειρήνης, του διεθνισμού και της αδελφοσύνης των λαών.









