Εποικισμός: έγκλημα σε βάρος της Κύπρου
(Φλεβάρης 2009,
του Δημήτρη Παλμύρη)
Ο εποικισμός, ως μια από τις πιο σοβαρές και περίπλοκες πτυχές του κυπριακού, υπήρξε πάντοτε ένα από τα πιο ακανθώδη θέματα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Έχει όμως σημασία να γνωρίζουμε τι ορίζεται πράγματι ως εποικισμός, πώς εφαρμόστηκε στην Κύπρο και πώς θα απαλλαγούμε απ’ αυτόν.
Ο εποικισμός σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο (άρθρο 49 της συνθήκης της Γενεύης,1949), αποτελεί έγκλημα πολέμου. Δεν πρέπει να συγχέεται με τη μετανάστευση, νόμιμη ή «παράνομη», γιατί εδώ δεν πρόκειται για ανθρώπους που φεύγουν από την πατρίδα τους, λόγω των πολιτικών ή οικονομικών συνθηκών, προκειμένου να αναζητήσουν μια καλύτερη ζωή. Ο εποικισμός είναι η οργανωμένη και συστηματική μεταφορά πληθυσμού σε κατεχόμενο έδαφος από την κατοχική δύναμη, με σκοπό να ανατρέψει τη δημογραφία. Στον εποικισμό περιλαμβάνεται και η ενθάρρυνση ή συναίνεση από μέρους της κατοχικής δύναμης για εγκατάσταση πληθυσμού στην κατεχόμενη περιοχή. Εκτός από την Κύπρο, άλλες δύο περιπτώσεις καταγράφονται ως εποικισμός: ο εποικισμός των κατεχόμενων παλαιστινιακών εδαφών (Δυτική Όχθη, Αν. Ιερουσαλήμ) από το Ισραήλ και ο εποικισμός της κατεχόμενης από το Μαρόκο Δυτικής Σαχάρας.
Στην Κύπρο, η πρώτη προσπάθεια εποικισμού από την Τουρκία, γίνεται αμέσως μετά την εισβολή, με την παραμονή Τούρκων στρατιωτικών που έλαβαν μέρος σ’ αυτή, καθώς και των οικογενειών τους. Από το 1975 και μετά, ακολουθεί η οργανωμένη και μαζική μορφή εποικισμού, όπου μεταφέρονται μαζικά πληθυσμοί εποίκων, οι πλείστοι από την Ανατολία, μια από τις λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές της Τουρκίας, γεγονός που τους καθιστούσε ευάλωτους στον πολιτικό έλεγχο του σοβινιστικού κατοχικού καθεστώτος.
Η Τουρκία προχώρησε στην πολιτική του εποικισμού, στοχεύοντας κατά κύριο λόγο στην αλλαγή του δημογραφικού χαρακτήρα και της πληθυσμιακής ισορροπίας στο νησί, έτσι ώστε να δημιουργήσει νέα τετελεσμένα που θα εμποδίζουν μια δίκαιη λύση. Το εθνικό ξεκαθάρισμα της κατεχόμενης περιοχής και η μαζική μεταφορά Τούρκων από την Τουρκία, σε συνδυασμό με την εκδίωξη των Ε/κ από την περιοχή, την καταστροφή πολιτιστικής κληρονομιάς, χριστιανικών μνημείων και την παράνομη αλλαγή των τοπωνυμίων, εντάσσονται στο νατοϊκό σχεδιασμό για διχοτόμηση της Κύπρου.
Η συνεχιζόμενη εισροή και παραμονή των εποίκων στο νησί, εδραιώνει την παρουσία τους και δημιουργεί εμπόδια στην επίλυση του κυπριακού, αφού έτσι η Τουρκία επιχειρεί να «τεκμηριώσει» τις απαράδεκτες απαιτήσεις της έναντι της ε/κ κοινότητας στη συνταγματική πτυχή του κυπριακού. Ταυτόχρονα με τον τρόπο αυτό και με τη διαρκή συμμετοχή των εποίκων στις πολιτικές ζυμώσεις στα κατεχόμενα, είτε συμμετέχοντας σε τ/κ κόμματα ή σε ξεχωριστά δικά τους, η Τουρκία προσπαθεί να θέσει υπό έλεγχο της την πολιτική ζωή στα κατεχόμενα και να εξαναγκάσει την τ/κ ηγεσία σε συμμόρφωση με τους στόχους της. Η ολοένα αυξανόμενη συμμετοχή των εποίκων στην οικονομική και πολιτική ζωή στα κατεχόμενα, δημιουργεί τον κίνδυνο να αλλοιωθεί ή να καθυποταχθεί στην Άγκυρα η πολιτική βούληση της τ/κ κοινότητας.
Παρά τις προσπάθειες και το σχεδιασμό της Τουρκίας για να πετύχει μια τουρκική ομογενοποίηση στα κατεχόμενα στα πλαίσια του τουρκικού εθνικισμού, τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν έτσι, αφού οι Τ/κ στη μεγάλη τους πλειοψηφία δεν συμβιβάστηκαν με τον εποικισμό. Η προσπάθεια της Τουρκίας απέτυχε, όχι λόγω της πολιτισμικής διαφοράς (ήθη, έθιμα, συνήθειες) των Τ/κ σε σχέση με τους έποικους, αλλά γιατί και οι Τ/κ αντιλήφθηκαν ότι η πολιτική αυτή ζημίωνε την Κύπρο και τις προοπτικές για λύση. Οι έποικοι αποτέλεσαν τον κύριο όγκο των υποστηρικτών του Ντενκτάς και των σοβινιστών στα κατεχόμενα. Η δημιουργία μιας οικονομικής ελίτ εποίκων, φιλικά προσκείμενης προς το καθεστώς και η σκανδαλώδης παραχώρηση ε/κ περιουσιών και «υπηκοοτήτων» από το ψευδοκράτος σε αυτούς, δημιούργησε σοβαρές αντιπαραθέσεις μεταξύ Τ/κ και εποίκων. Οι Τ/κ νιώθουν να ασφυκτιούν μπροστά σε αυτή την κατάσταση και είναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί Τ/κ επιλέγουν τη μετανάστευση εκτός Κύπρου.
Η Κυπριακή Δημοκρατία, από τα πρώτα στάδια του εποικισμού, διεκδικεί την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου και την απομάκρυνση των εποίκων. Τον εποικισμό στην Κύπρο έχουν καταδικάσει τόσο τα Ηνωμένα Έθνη με σχετικά ψηφίσματα, όσο και το Συμβούλιο της Ευρώπης με τις εκθέσεις Κουκό (1992) και Λάακσο (2003), στα οποία καταδικάζονται οι ενέργειες που αλλάζουν τη δημογραφική δομή της Κύπρου και οι οποίες επηρεάζουν την εφαρμογή του δικαιώματος των προσφύγων να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Είναι σημαντικό το ότι αναγνωρίζεται διεθνώς ότι στην κατεχόμενη Κύπρο έχουμε να κάνουμε με εποικισμό, ο οποίος δεν παραγράφεται και δεν νομιμοποιείται, όπως γίνεται υπό προϋποθέσεις στη μετανάστευση. Είναι γι’ αυτό που το ΑΚΕΛ κατήγγειλε ως ολίσθημα τη δήλωση το 1998 του τότε Προέδρου Κληρίδη, με την οποία κατονόμαζε τους έποικους ως «παράνομους μετανάστες», μετατρέποντας έτσι ένα έγκλημα πολέμου, σε θέμα μετανάστευσης. Αυτό βέβαια εντασσόταν στα πλαίσια της πολιτικής του «όλα στο τραπέζι» και του καλού παιδιού, που οδήγησε στο Σχέδιο Ανάν, με το οποίο παρέμεναν στο νησί σχεδόν όλοι οι έποικοι.
Πέρα όμως από τη θέση αρχής έναντι του εποικισμού, οφείλουμε να αντικρίσουμε ορισμένες πραγματικότητες τις οποίες δημιούργησε η πάροδος του χρόνου και να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά την ανθρωπιστική πτυχή που δημιουργήθηκε. Μερίδα εποίκων στα χρόνια παρουσίας τους στο νησί, έχουν συνάψει γάμους με Τ/κ κι έχουν αποκτήσει παιδιά. Αυτή την πτυχή έλαβε υπόψη του το Εθνικό Συμβούλιο, αλλά και προηγούμενοι Πρόεδροι της Δημοκρατίας. Τόσο ο Γλ. Κληρίδης, όσο και ο Τ. Παπαδόπουλος, συμφώνησαν στην παραμονή ορισμένου αριθμού εποίκων, έτσι ώστε η λύση του κυπριακού να μην οδηγήσει σε προβλήματα διάλυσης οικογενειών. Αυτή την αλήθεια κι αυτή τη δέσμευση είπε ξεκάθαρα στον κυπριακό λαό ο Πρόεδρος Χριστόφιας, θέτοντας ταυτόχρονα ως ανώτατο όριο στην παραμονή εποίκων τις 50 χιλιάδες. Ως προς τι λοιπόν οι φωνές διαμαρτυρίας από ορισμένους, για μια πραγματικότητα η οποία είχε γίνει αποδεκτή και από Προέδρους που κι αυτοί στήριξαν.
Ο χρόνος κυλά σε βάρος του λαού της Κύπρου, Ε/κ και Τ/κ και διαιωνίζει τα τετελεσμένα του εποικισμού και της κατοχής. Η εγκληματική πολιτική του εποικισμού που ακολουθεί η Τουρκία και όλες οι δυσμενείς συνέπειες της για τον κυπριακό λαό, θα σταματήσουν με τη λύση του κυπριακού κι όχι με τη μη λύση. Η κατοχή και η διαιώνιση της διαίρεσης είναι αυτή που αυξάνει τους έποικους στο νησί. Η θέση μας για την απομάκρυνση της συντριπτικής πλειοψηφίας των εποίκων και του τερματισμού της πολιτικής αυτής, δεν έχει να κάνει με ρατσισμό, αλλά με τον αγώνα της Κύπρου για δικαίωση ενάντια στους διχοτομικούς στόχους της Τουρκίας και των αφεντικών της. Η ελπιδοφόρα διαδικασία που ξεκίνησε τον περασμένο Σεπτέμβρη με τις απευθείας συνομιλίες Χριστόφια - Ταλάτ, θα συναντήσει δυσκολίες κι αντιξοότητες -και στο θέμα των εποίκων - αλλά είναι ο μόνος δρόμος που μπορεί, αν αλλάξει η τουρκική πολιτική, να οδηγήσει στην επανένωση.










